Περιγραφή της Χαλκίδας από περιηγητές

Ο Τούρκος Εβλιά Τσελεμπής που επισκέφθηκε τη Χαλκίδα το 1670 μας δίνει στα «Ευβοϊκά» του τη λεπτομερέστατη ίσως περιγραφή της πόλης: «Το κάστρο του Εγριμπόζ έχει σχήμα πενταγώνου με τρεις σειρές οχυρώματα. Η περιφέρεια του απ’ την εξωτερική μεριά του τείχους είναι 6.000 βήματα. Έχει 11 ψηλούς πύργους σαν φρούρια με πιο μεγάλο τον πύργο της γέφυρας, ο οποίος έχει πάνω έναν περίβολο. Στη θάλασσα υπάρχουν δύο ισχυροί στρογγυλοί προμαχώνες εξοπλισμένοι με πολλά κανόνια και στην άλλη πλευρά βρίσκονται επίσης τρεις πύργοι και ένα ισχυρό τείχος. Μέσα στο κάστρο υπάρχουν 11 τούρκικοι μαχαλάδες και 11 τζαμιά πιστών σουλτάνων, 5 μαχαλάδες Ρωμιογκιαούρηδων και 5 μικρές εκκλησίες τους, ένας εβραϊκός μαχαλάς και μια χάβρα. Τα σπίτια είναι στενά και πετρόχτιστα, όλα είναι σκεπασμένα με κεραμίδια και με πόρτες με καμάρες. Τα σπίτια των Γκιαούρηδων είναι γεροχτισμένα και με πολλά πατώματα. Μέσα στο κάστρο βρίσκονται 1900 σπίτια και 80 βιοτεχνικά μαγαζιά».

Ο Buchon, που ήρθε στη Χαλκίδα το 1841, μιλά για «τρία τεμένη αρκετά ευρύχωρα» καθώς δίνει και πληροφορίες για τον πληθυσμό της πόλης, που όπως λέει το 1830 η Χαλκίδα είχε 2000 κατοίκους και αυτό οφείλεται στο ότι ο Buchon ήρθε στη Χαλκίδα τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια που ο πληθυσμός είχε μειωθεί σημαντικά.

Ο L Ross, στα 1844, ενώ αρχικά αναφέρει «σε λίγο αντικρίζαμε τη Χαλκίδα με τα τείχη της και τους μιναρέδες των τζαμιών της» κατόπιν περιγράφοντας το Ξώχωρο σημειώνει «έχει, όπως και το φρούριο, ένα αρχαίο τζαμί».

Ο Stephani, που επισκέφθηκε τη Χαλκίδα στα 1843, σημειώνει στο οδοιπορικό του: «Η Χαλκίς παρέχει δια των πύργων της και τρούλων χριστιανικών εκκλησιών και τουρκικών τεμένων καθώς και των γιγαντιαίων οχυρώσεων (…) πολύ ευχάριστο θέαμα». Ειδικά για το προάστιο ο ίδιος περιηγητής σημειώνει: «Το έξω του οχυρού τμήμα της πόλεως δεικνύει σχεδόν τον ίδιον χαρακτήρα (ενν. με το κάστρο) με την διαφοράν ότι ενταύθα υπάρχουν περισσότεραι οικίαι. Αριθμός ωραιοτάτου ρυθμού τεμενών, των οποίων οι μιναρέδες κατοικούνται υπό πελαργών, έχει μεταβληθεί εν μέρει εις εκκλησίας, εν μέρει εις σχολεία, ενώ πολλά παραμένουν αχρησιμοποίητα….».

Στις αρχές του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα ο J Girard, που ήρθε στη Χαλκίδα τρεις φορές μεταξύ των ετών 1850-1851, σημειώνει τις εντυπώσεις του, για τον ανατολίτικο χαρακτήρα της πόλης: «Από τούτο το γιοφύρι ξεκινάει μια μικρή τουρκόπολη, παρουσιάζοντας τους επαλξωτούς πύργους και τα τείχη της, διαγράφοντας πάνω στον ουρανό τους μιναρέδες της, λευκή και χαριτωμένη στην όψη. Αυτή η θέα έχει ένα ολότελα ιδιαίτερο θέλγητρο και μας δίνει μέσα σε μια στιγμή αυτό το σαγηνευτικό και το αξιοσημείωτο που έχει η Χαλκίδα: την αίσθηση που προκαλεί από μακριά ο ανατολίτικος χαρακτήρας της και τη θαυμαστή της θέση πάνω στον Εύριπο…».

Στα 1877 ήρθε στη Χαλκίδα ένας Αγγλος περιηγητής, που δεν μας άφησε το όνομά του, άφησε όμως το βιβλίο που έγραψε Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ και τις εντυπώσεις του: «Το θέαμα είναι γραφικότατο (…). Η πόλη έχει τουρκικό και ελληνικό τύπο, αλλά είναι κατ’ ουσίαν ενετική. Τα παχιά ενετικά τείχη και οι ισχυροί πύργοι, οι ψηλοί μιναρέδες και τα νεώτερα ελληνικά σπίτια διηγούνται την ιστορία της Χαλκίδας (…). Η θέα των δρόμων είναι αξιοπερίεργη. Ερειπωμένα τουρκικά «παλάτια» και κομψά ελληνικά σπίτια και στην πλατεία υπάρχουν τζαμιά.

Ο ολικός πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 11.135 ανθρώπους. Απ’ αυτούς είναι Ιουδαίοι μόνο 214 (…). Στη σχολή των άπορων παιδιών απ’ τα 63 τα 17 είναι Εβραίοι (…). Προς το παρόν υπάρχουν στη Χαλκίδα μόνο 68 μουσουλμάνοι».

Στο βιβλίο του μας λέει ότι απ’ το Τατόι ως τη Χαλκίδα δεν υπήρχε καθόλου καλός δρόμος και έφτασαν στην πρωτεύουσα της Εύβοιας μετά από 20 ώρες πορεία. Επίσης είχε πολύ περιέργεια όταν άκουσε για το θαύμα του ρεύματος στον πορθμό και αμέσως μόλις έφτασε έμαθε την ώρα κατά την οποία το ρεύμα αλλάζει φορά, για να πάει να το παρατηρήσει. Επίσης αναφέρει ότι ο στρατώνας στον οποίο υπήρχαν οι δυο λόχοι ήταν ευρύχωρος και θολοσκέπαστος αφού στον καιρό των Τούρκων ήταν τζαμί. Αποτελούνταν όμως από μια αίθουσα διαιρεμένη σε δύο πατώματα. Μπροστά του ήταν η πλατεία και τριγύρω υπήρχαν σπίτια, καφενεία και εμπορικά καταστήματα.

Ακόμη γράφει πως το φυλάκιο είχε δύο δωμάτια. Το πρώτο ήταν ευρύχωρο για τους στρατιώτες και το άλλο στενόχωρο μόνο για τον αρχιφύλακα. Το δωμάτιο των στρατιωτών είχε πάτωμα απ’ τη μια άκρη έως την άλλη, δύο μόλις πιθαμές υψωμένο απ’ τη γη και χρησίμευε ως κοινή κλίνη. Το δωμάτιο του αρχιφύλακα είχε και αυτό πάτωμα αλλά ήταν στενό. Είχε όμως μέσα πολλά πράγματα.

Ο Leake είναι λεπτομερέστατος: «Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού ανήκει σε 30 περίπου τούρκικες οικογένειες που μένουν στο κάστρο του Εγρίπου, στο οποίο κατοικούν άλλες 1000 οικογένειες. Αυτές μαζί με 200 οικογένειες άλλων περιοχών, συνθέτουν το συνολικό τουρκικό πληθυσμό του νησιού. Οι χριστιανοί, μέσα στην πόλη δεν αποτελούν πάνω απ’ το 1/3 των κατοίκων». Τα μόνα απομεινάρια της αρχαίας Χαλκίδας που μπόρεσε να βρει είναι μερικά κομμάτια από άσπρο μάρμαρο στους τοίχους τζαμιών και σπιτιών και τον μπούστο ενός αγάλματος στον τοίχο ενός σπιτιού στο κάστρο.

Ο κόλπος της βόρειας πλευράς του Ευρίπου ονομάζεται Αγιος Μηνάς και εκείνος στη νότια πλευρά Βούρκος ή Βούλκος, μια ονομασία που αναφέρεται στη λασπώδη του φύση. Αυτός ο κόλπος επικοινωνεί μ’ ένα στενό άνοιγμα, μ’ ένα μακρόστενο ανεμόδαρτο πλάτωμα που εκτείνεται περίπου 4 μίλια σ’ ένα δεύτερο στενό ξέφωτο, όπου βρίσκεται ένας πύργος πάνω σ’ ένα χαμηλό σημείο της Ευβοϊκής ακτής, στην κοιλάδα του Βασιλικού.

Σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να θυμίζει τη μικρή εκείνη πολιτεία. Υπάρχουν το κάστρο του Καρά-μπαμπα, το τζαμί στην ομώνυμη πλατεία, μια θαυμάσια βρύση με αραβουργήματα και επιγραφές στα τούρκικα και αραβικά και το σπουδαιότερο ίσως, αρχοντικά σημαντικά δείγματα της λαϊκής μας αρχιτεκτονικής. Η καταστροφή συνεχίστηκε με γοργό ρυθμό και τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Γκρεμίστηκαν, ανάμεσα στ’ άλλα, οι Βενετσιάνικες φυλακές, ο Τεκές στο λόφο του Βελημπαμπά, ακρωτηριάστηκε η τουρκική βρύση που βρίσκεται στην πλατεία Πεσόντων Οπλιτών (πρώην Τζαμιού ή Συντάγματος), καταστράφηκε η βρύση του Τσεκούρ-Τσεσμέ και η περίφημη πόρτα του φρουρίου Καράμπαμπα, γκρεμίστηκε το σαράι του Ρεσίτ-μπέη κι ένα πλήθος άλλων αρχοντικών. Το καλοκαίρι του 1969 αφανίστηκε και η πύλη του Βελημπαμπά, ένα από τα τελευταία απομεινάρια της τουρκοκρατίας.

Ήδη η καταστροφή επεκτείνεται με μορφή αληθινής επιδημίας στα νεώτερα χτίσματα, όπως η Αβένα, που ήταν ένα από ωραιότερα δείγματα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα.

 

περισσότερα

 

 

preloader