Εθνικός Δρυμός Λευκών Ορέων ή Σαμαριάς

Από τη νότια πλευρά του οροπεδίου του Ομαλού στη θέση ξυλόσκαλο, σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, στα Λευκά Όρη, στο νομό Χανίων της δυτικής Κρήτης, ξεκινά το φαράγγι της Σαμαριάς. Η άλλη άκρη του φαραγγιού, που απέχει 16 περίπου χιλιόμετρα, καταλήγει στις νότιες ακτές της Κρήτης στο Λυβικό πέλαγος. Το φαράγγι της Σαμαριάς – σχηματισμός μοναδικός στη Μεσόγειο, μαζί με τις γύρω πλαγιές και άλλα μικρότερα φαράγγια, αποτελεί τον Εθνικό Δρυμό Λευκών Ορέων ή Σαμαριάς.
Η μορφολογία της περιοχής ποικίλει. Περιλαμβάνει πολλές κορυφές με υψόμετρο πάνω από 2.000 μέτρα (κορυφή Βολακιάς 2.116 μ.) και κατεβαίνει μέχρι την θάλασσα. Βαθειές και επιβλητικές χαράδρες, γραφικά ρέματα, πηγές με πεντακάθαρο νερό και πυκνά δάση από κυπαρίσσι , τραχεία πεύκη και πουρνάρι συνθέτουν ένα υπέροχο και μοναδικό τοπίο. Οι εντυπωσιακοί γεωλογικοί σχηματισμοί, τα πολλά ανεξερεύνητα στοιχεία μαζί με μια ιδιαίτερα πλούσια ποικιλία χλωρίδας και πανίδας, συνθέτουν μια μοναδική σε αγριότητα, επιβλητικότητα, θεαματικότητα και μεγαλοπρέπεια εικόνα. Πάνω από 450 είδη του φυσικού βασιλείου βρίσκονται στην περιοχή του Εθνικού Δρυμού.
Η Σαμαριά έχει μια σημαντική σε ποικιλία και αριθμό πανίδα, με διάφορα είδη και υποείδη ενδημικά ή σχεδόν ενδημικά της Κρήτης. Είναι το μόνο μέρος της Ευρώπης όπου ζει σε άγρια κατάσταση το ονομαστό Κρητικό αγριοκάτσικο ή Κρι – κρι , καθώς επίσης το κρητικό υποείδος ασβού ή άρκαλος , το κρητικό κουνάβι ή ζουρίδα, η κρητική νυφίτσα ή καλογιαννού , κ.α. Ένα μικρόσωμο είδος ποντικιού, ο Κρητικός αγκαθοπόντικας, δεν έχει εντοπισθεί σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας.
Το ίδιο το φαράγγι και οι γύρω δασωμένες εκτάσεις, είναι καταφύγιο πολλών ειδών της πτηνοπανίδας, ανάμεσα στα οποία, τα πιο γνωστά, το όρνιο, ο γυπαετός, ο σπιζαετός, ο χρυσαετός, καθώς και τα δύο Ευρωπαϊκά είδη κόρακα – κοκκινοκαλιακούδα και η κιτρινοκαλιακούδα – κλπ.
Η εικόνα του δρυμού ολοκληρώνεται με την παρουσία του ανθρώπου, που εδώ και αιώνες – από τα νεολιθικά ακόμα χρόνια – έδρασε στο περιβάλλον του, αλλά και διαμορφώθηκε απ’ αυτό. Οι προϊστορικοί οικισμοί, η πόλη Καινώ, η πόλη Τάρα, το μαντείο και το ιερό του Απόλλωνα και – σαν απαραίτητο συμπλήρωμα – οι παλαιοχριστιανικοί τάφοι, οι βυζαντινοί ναϊσκοι, το παλαιό χωριό της Σαμαριάς – στο κέντρο του φαραγγιού – και τα βενετσιάνικα κάστρα, είναι λιγοστά από τα ίχνη του ανθρώπου που κινήθηκε στην περιοχή.
Στη βόρεια είσοδο του δρυμού λειτουργεί, με ευθύνη του φορέα διοίκησης και διαχείρισης του δρυμού (Δ/νση Δασών Χανίων), Κέντρο Πληροφόρησης των Επισκεπτών – Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Δρόμοι μέσα στο Δρυμό δεν υπάρχουν. Η πρόσβαση στη βόρεια είσοδο γίνεται μέσω αμαξητού δρόμου που συνδέει την περιοχή με την πόλη των Χανίων. Η κάθοδος του φαραγγιού, μέχρι την νότια είσοδο του δρυμού στον παραλιακό οικισμό της Αγίας Ρούμελης, γίνεται πεζή ακολουθώντας το κεντρικό μονοπάτι μήκους 16 χιλιομέτρων, που απαιτεί πεζοπορία από 5 μέχρι 6 ώρες. Από την Αγία Ρούμελη ο επισκέπτης μεταβαίνει ακτοπλοϊκώς στη χώρα των Σφακίων από όπου παίρνει το λεωφορείο για τα Χανιά.

 

περισσότερα

 

 

Αφήστε μια απάντηση